καραντίνα

ουσιαστικό

1. Περίοδος ή μέτρο απομόνωσης και περιορισμού κινήσεων ατόμων, ζώων ή αγαθών με σκοπό τον έλεγχο της διασποράς μολυσματικών ασθενειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έθεσαν σε καραντίνα όλους τους επιβάτες που είχαν πυρετό.
  • Η καραντίνα στο χωριό επεκτάθηκε για ακόμη μια εβδομάδα.
  • Το εισαγόμενο φορτίο τέθηκε σε καραντίνα έως ότου γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι.
  • Ο υπολογιστής μπήκε σε καραντίνα για να απομονωθεί το μολυσμένο αρχείο.
  • Μετά το περιστατικό, ένιωσε σαν να ζει σε καραντίνα, απομονωμένος από την κοινωνία.