κανόνι
ουσιαστικό1. Μεγάλη σωληνωτή ή μεταλλική κατασκευή που λειτουργεί ως πολεμικό πυροβόλο όπλο και εκτοξεύει βλήματα με τη χρήση εκρηκτικής ή άλλης πρόωσης προς μακρινό στόχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μουσείο εκτίθεται ένα παλιό κανόνι από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
- Το κανόνι του πολεμικού πλοίου ήταν στραμμένο προς τη στεριά.
- Η εταιρεία έκανε κανόνι και οι υπάλληλοι έμειναν απλήρωτοι.
- Ο πελάτης έκανε κανόνι και δεν πλήρωσε τον λογαριασμό του εστιατορίου.
- Κατά τη γιορτή, έκαναν επίδειξη με ένα ιστορικό κανόνι που έριχνε φυσαλίδες καπνού σε κάθε βολή.