κάσα
ουσιαστικό1. Ξύλινο, μεταλλικό ή πλαστικό κιβώτιο, συνήθως με καπάκι, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά, την αποθήκευση ή τη συσκευασία αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανοιγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Μεταφέραμε το πιάνο μέσα στην κάσα του για να μη γρατζουνιστεί.
- Άνοιξε προσεκτικά την κάσα με τα εργαλεία.
- Η παλιά κάσα της πόρτας χρειάζεται επισκευή.
- Στο λογιστήριο κατέγραψαν τα χρήματα που μπήκαν στην κάσα.
- Ο τεχνίτης αντικατέστησε την κάσα του παραθύρου.