κάρτα
ουσιαστικό1. Πλακόμορφο κομμάτι χαρτιού, πλαστικού ή άλλου υλικού, συνήθως λεπτό και επίπεδο, που φέρει τυπωμένες ή γραμμένες πληροφορίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πληρώνω με την κάρτα στο ταμείο.
- Έβαλα τη κάρτα SIM στο κινητό.
- Η κάρτα μνήμης είναι γεμάτη, πρέπει να την αδειάσω.
- Έδειξε την κάρτα ταυτότητας στην ασφάλεια.
- Η κάρτα πρόσβασης δεν λειτουργεί και δεν ανοίγει η πόρτα.
- Έστειλα μια ευχετήρια κάρτα για τα γενέθλιά του.