ιδίως
επίρρημα1. Εντείνει ή επισημαίνει ότι ένα στοιχείο ή ένας ισχυρισμός έχει μεγαλύτερη σημασία ή σχετικότητα σε σύγκριση με άλλα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου αρέσουν τα φρούτα, ιδίως τα μούρα.
- Η σύσκεψη ήταν παραγωγική, ιδίως λόγω της ενεργής συμμετοχής της ομάδας.
- Τα μέτρα αφορούν όλους, ιδίως όμως τους ευάλωτους πολίτες.
- Η τεχνική αυτή είναι δύσκολη, ιδίως για τους αρχάριους.
- Το φαινόμενο παρατηρείται το καλοκαίρι, ιδίως στις νότιες περιοχές.
- Οι αλλαγές επηρέασαν την οικονομία, ιδίως τον τομέα της μεταποίησης.