θρόνος

ουσιαστικό

1. Έδρα μεγάλου κύρους και τελετουργικής χρήσης, συνήθως επίσημο κάθισμα που προορίζεται για τον άρχοντα ή μονάρχη.

2. Θέση εξουσίας ή αξίωμα που συμβολίζει την κυριαρχία ή την ηγεσία, ιδίως σε πολιτικό ή θρησκευτικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο θρόνος του βασιλιά ήταν διακοσμημένος με πολύτιμους λίθους.
  • Η νέα βασίλισσα κάθισε στον θρόνο και χαιρέτησε το πλήθος.
  • Ο επίσκοπος ανέβηκε στον θρόνο για να κηρύξει κατά τη λειτουργία.
  • Το κόμμα αγωνίζεται να κρατήσει τον θρόνο της εξουσίας.
  • Οι αρχαιολόγοι βρήκαν έναν παλαιό θρόνο στο ανάκτορο.