θεραπευτήριο
ουσιαστικό1. Χώρος ή ίδρυμα όπου παρέχονται ιατρικές υπηρεσίες και θεραπευτικές παρεμβάσεις σε ασθενείς, με σκοπό τη διάγνωση, τη φροντίδα και την αποκατάσταση της υγείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το θεραπευτήριο διαθέτει μονάδα εντατικής θεραπείας.
- Πηγαίνει στο θεραπευτήριο για φυσικοθεραπείες κάθε εβδομάδα.
- Το παλιό θεραπευτήριο κοντά στις ιαματικές πηγές έγινε τουριστικό αξιοθέατο.
- Το κτηνιατρικό θεραπευτήριο φροντίζει τραυματισμένα ζώα.
- Τα θεραπευτήρια της περιοχής συνεργάζονται για καλύτερη κάλυψη έκτακτων περιστατικών.