θήραμα
ουσιαστικό1. Ζώο που κυνηγιέται ή συλλαμβάνεται με σκοπό την τροφή, το κυνήγι ή άλλη αξιοποίηση.
2. Κάτι που αποκτάται ή κατακτάται ως αποτέλεσμα επιδιωκόμενης πράξης, προσπάθειας ή κυνηγητού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κυνηγός κουβάλησε το θήραμα στο σπίτι του.
- Το αρπακτικό παραμόνευε ώσπου να πιάσει το θήραμα.
- Το μεγάλο συμβόλαιο έγινε το θήραμα πολλών εταιρειών.
- Η αποκάλυψη έγινε το θήραμα των δημοσιογράφων.
- Το σπάνιο αντίτυπο του βιβλίου έγινε το θήραμα των συλλεκτών.