ημερήσιος
επίθετο1. Που γίνεται ή επαναλαμβάνεται κάθε ημέρα.
2. Που διαρκεί μία ημέρα ή αφορά την περίοδο μιας ημέρας.
3. Που αναφέρεται στην ημέρα ή πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια αυτής.
4. Που δηλώνει ότι κάτι εκδίδεται, λειτουργεί ή οργανώνεται για κάθε ημέρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ημερήσιος έλεγχος του εξοπλισμού είναι υποχρεωτικός.
- Ο ημερήσιος μισθός των εργατών καταβάλλεται στο τέλος της βάρδιας.
- Ο ημερήσιος τύπος δημοσιεύει τα νέα της πόλης.
- Ο ημερήσιος προγραμματισμός βοηθά την ομάδα να τηρεί τις προθεσμίες.
- Ο ημερήσιος απολογισμός αποστέλλεται στη διοίκηση κάθε βράδυ.