ευρετήριο
ουσιαστικό1. Κατάλογος όρων, ονομάτων ή θεμάτων με ενδείξεις σελίδων ή θέσεων όπου εμφανίζονται σε ένα βιβλίο, τεύχος ή συλλογή εγγράφων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα λεπτομερές ευρετήριο όρων και σελίδων.
- Η βιβλιοθήκη δημοσίευσε το νέο ευρετήριο με όλα τα διαθέσιμα έργα.
- Οι μηχανές αναζήτησης ενημερώνουν συνεχώς το ευρετήριο τους για νέες σελίδες.
- Για γρήγορη αναζήτηση προσθέσαμε ένα ευρετήριο στη στήλη της βάσης δεδομένων.
- Κατά τη μετακόμιση έφτιαξε ένα ευρετήριο όλων των κουτιών για να βρει εύκολα τα αντικείμενα.
- Τα ευρετήρια των περιοδικών βοηθούν τους ερευνητές να εντοπίζουν άρθρα με βάση θεματικές λέξεις.