επιδόρπιο
ουσιαστικό1. Γλυκό ή ελαφρύ πιάτο που σερβίρεται στο τέλος ενός γεύματος, συνήθως για να ολοκληρώσει την γευστική εμπειρία, όπως κρέμες, παγωτά, γλυκά ζύμης ή φρούτα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το επιδόρπιο ήταν μια ελαφριά μους φράουλας.
- Στο εστιατόριο σερβίρουν πάντα επιδόρπιο μετά το κύριο πιάτο.
- Έφτιαξα σπιτικό επιδόρπιο για τα γενέθλιά της.
- Η συναυλία είχε φανταστικό φινάλε· το τελευταίο κομμάτι ήταν το επιδόρπιο της βραδιάς.
- Ο γιατρός μου συνέστησε να περιορίσω το επιδόρπιο για λόγους υγείας.