εξάλλου
επίρρημα1. Χρησιμοποιείται για να προσθέσει άλλη πληροφορία ή επιχείρημα που συμπληρώνει ή ενισχύει αυτό που προηγήθηκε.
2. Εισάγει υπενθύμιση, επιχείρημα ή αιτιολόγηση που στηρίζει μια τοποθέτηση ή εξηγεί γιατί κάτι πρέπει να γίνει αποδεκτό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θα πάω στην εκδήλωση, εξάλλου έχω δουλειά.
- Μην ανησυχείς, εξάλλου όλα θα πάνε καλά.
- Το φαγητό δεν ήταν τέλειο, εξάλλου δεν περιμέναμε γκουρμέ πιάτο.
- Ο καιρός είναι άστατος, εξάλλου υπάρχει προειδοποίηση για βροχή.
- Δεν μίλησε πολύ, εξάλλου δεν του αρέσουν οι μεγάλες παρέες.