εκτείνομαι
ρήμα1. Κάνω το σώμα ή κάποιο από τα μέλη του πιο τεντωμένο ή απλωμένο, αυξάνοντας το μήκος ή το εύρος του, συχνά για ανάπαυση, άσκηση ή για να φτάσω κάτι.
Συνώνυμα
απλώνομαι επεκτείνομαι εξαπλώνομαι τεντώνομαι ξεδιπλώνομαι διευρύνομαι επιμηκύνομαι ξαπλώνω διαρκώ ξαπλώνομαι διαστέλλομαι μακραίνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί εκτείνομαι για πέντε λεπτά πριν από την προπόνηση.
- Η περιφέρεια της πόλης εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού.
- Η διοργάνωση εκτείνεται σε τρεις ημέρες και περιλαμβάνει διαλέξεις και εργαστήρια.
- Το πρόγραμμα εκτείνεται σε σχολεία όλης της χώρας.
- Τα δικαιώματά μου εκτείνονται επίσης στον ψηφιακό χώρο.