εκποίηση
ουσιαστικό1. Μεταβίβαση κυριότητας κινητών ή ακινήτων έναντι χρηματικού αντιτίμου.
2. Επιχειρηματική ή νομική διαδικασία διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, συχνά στο πλαίσιο ρευστοποίησης ή αναδιάρθρωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κατάστημα ανακοίνωσε την εκποίηση των υπολειπόμενων αποθεμάτων στο τέλος της σεζόν.
- Η τράπεζα προχώρησε σε εκποίηση των ακινήτων του οφειλέτη μέσω δημόσιας δημοπρασίας.
- Η αντιπολίτευση επέκρινε την εκποίηση δημόσιας περιουσίας χωρίς διαφάνεια.
- Η εκποίηση των κατασχεμένων αγαθών έγινε μετά την απόφαση του δικαστηρίου.
- Η εταιρεία κατέγραψε την εκποίηση ενός σημαντικού ενεργητικού στον ισολογισμό του τρίτου τριμήνου.