δοκός

ουσιαστικό

1. Μακρόστενο κατασκευαστικό στοιχείο που χρησιμοποιείται για να φέρει και να μεταφέρει φορτία σε κτίρια, γέφυρες και άλλες κατασκευές, τοποθετούμενο συνήθως οριζόντια ή επικλινώς και κατασκευασμένο από ξύλο, μέταλλο ή οπλισμένο σκυρόδεμα.

Συνώνυμα

δοκάρι δοκίδα σανίδα δέσμη ράβδος αντηρίδα υποστύλωμα κολώνα στύλος στήριγμα πλάκα ράγα βάση στέλεχος κοντάρι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δοκός της στέγης χρειάζεται ενίσχυση.
  • Οι μετρήσεις των δοκών έγιναν προσεκτικά πριν από την εγκατάσταση.
  • Η δοκός ισορροπίας στο αγώνισμα είχε μήκος 5 μέτρα.
  • Η δοκός στο κατάστρωμα του σκάφους είχε υποστεί ρωγμές.
  • Η εμπιστοσύνη είναι η δοκός που στηρίζει κάθε συνεργασία.