διαμορφώνομαι

ρήμα

1. Αποκτώ συγκεκριμένο σχήμα ή μορφή.

2. Οργανώνομαι και αποκτώ συγκεκριμένη δομή ή διάταξη.

3. Αναπτύσσομαι και καθορίζομαι υπό την επίδραση εσωτερικών ή εξωτερικών παραγόντων, ώστε να πάρει συγκεκριμένο χαρακτήρα ή αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Καθώς μεγαλώνω, διαμορφώνομαι από τις εμπειρίες και τις επιλογές μου.
  • Με τη συζήτηση και την ανάγνωση, διαμορφώνομαι σταδιακά και αποκτώ μια πιο τεκμηριωμένη άποψη.
  • Στις δύσκολες στιγμές, διαμορφώνομαι πιο ανθεκτικός και συγκεντρωμένος.
  • Στο περιβάλλον της εταιρείας, διαμορφώνομαι επαγγελματικά χάρη στη συνεργασία με έμπειρους συναδέλφους.
  • Με την καθημερινή άσκηση και την υγιεινή διατροφή, διαμορφώνομαι σωματικά και νιώθω καλύτερα.