διαζευγμένος
επίθετοΠου δεν βρίσκεται πλέον σε γάμο, επειδή έχει λυθεί ο νόμιμος δεσμός του γάμου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι διαζευγμένος και ζει μόνος του.
- Η Μαρία είναι διαζευγμένη εδώ και δύο χρόνια.
- Οι γονείς του είναι διαζευγμένοι, αλλά διατηρούν καλές σχέσεις.
- Ένας διαζευγμένος πατέρας φροντίζει καθημερινά τα παιδιά του.
- Πολλοί διαζευγμένοι ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους.