δίκτυο
ουσιαστικό1. Δομή αποτελούμενη από διασταυρούμενα νήματα, σύρματα ή ράβδους που σχηματίζουν πλέγμα με κενά ανάμεσά τους και χρησιμοποιείται για σύλληψη, συγκράτηση ή στήριξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δίκτυο υπολογιστών του γραφείου παρουσιάζει προβλήματα.
- Το δίκτυο των λεωφορείων καλύπτει όλη την πόλη.
- Το δίκτυο επαγγελματικών επαφών του τον βοήθησε να βρει δουλειά.
- Μετά την καταιγίδα μεγάλο μέρος της περιοχής έμεινε χωρίς ρεύμα όταν κατέρρευσε το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.
- Οι επιστήμονες εκπαιδεύουν ένα τεχνητό δίκτυο νευρώνων για την αναγνώριση εικόνων.