δίκιο

ουσιαστικό

1. Αφαίρετη έννοια που δηλώνει τη δικαιοσύνη, την ηθική ορθότητα και τη δίκαιη μεταχείριση των ανθρώπων.

2. Η συμμόρφωση των πράξεων, των αποφάσεων ή των κανόνων προς νομικά και ηθικά κριτήρια.

Συνώνυμα

δίκαιο δικαιοσύνη ορθότητα λογικό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχεις δίκιο.
  • Δίνω δίκιο στον φίλο μου για την επιλογή του.
  • Παλεύουμε για το δίκιο όλων των εργαζομένων.
  • Στο τέλος είχε δίκιο, όπως φάνηκε από τα γεγονότα.
  • Κάθε άνθρωπος αξίζει το δίκιο του.