γυαλί
ουσιαστικό1. Στερεό, άμορφο υλικό κυρίως από πυριτικές ενώσεις, συνήθως διάφανο, που προκύπτει με τήξη και γρήγορη ψύξη χωρίς σχηματισμό κανονικής κρυσταλλικής δομής.
2. Αντικείμενο ή σκεύος κατασκευασμένο από αυτό το υλικό, π.χ. ποτήρι ή μπουκάλι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γυαλί του βάζου έλαμπε στο φως.
- Έσπασε το γυαλί του παραθύρου μετά την καταιγίδα.
- Έπλυνε το γυαλί πριν το χρησιμοποιήσει.
- Το γυαλί της κάμερας είχε δαχτυλιές και θόλωνε τις φωτογραφίες.
- Η σχέση τους ράγισε σαν γυαλί.