καθρέφτης

ουσιαστικό

1. Επιφάνεια, συνήθως γυαλισμένη ή επικαλυμμένη με ανακλαστικό υλικό, που ανακλά το φως και δημιουργεί είδωλο των αντικειμένων που βρίσκονται μπροστά της.

Συνώνυμα

κάτοπτρο καθρεφτάκι γυαλί ανακλαστήρας

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθρέφτης στο μπάνιο είναι πολύ μεγάλος.
  • Ο καθρέφτης του αυτοκινήτου ήταν σπασμένος μετά το ατύχημα.
  • Ο καθρέφτης της βιτρίνας τράβηξε το βλέμμα των περαστικών.
  • Η τέχνη είναι καθρέφτης της κοινωνίας.
  • Ο καθρέφτης σε ένα τηλεσκόπιο συλλέγει και εστιάζει το φως.