γοργά

επίρρημα

1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από αυξημένη ταχύτητα στην κίνηση, στην εκτέλεση ή στην πρόοδο μιας ενέργειας.

2. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ή με μικρή διάρκεια μεταξύ γεγονότων, δηλώνοντας ότι κάτι γίνεται άμεσα ή χωρίς καθυστέρηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα παιδιά έτρεχαν γοργά προς το σχολείο.
  • Η τεχνολογία εξελίσσεται γοργά τα τελευταία χρόνια.
  • Οι ώρες περνούν γοργά όταν είμαστε μαζί.
  • Μίλησε γοργά και δυσκολευόμουν να τον ακολουθήσω.
  • Το καράβι προχώρησε γοργά μέσα στο στενό.