βοριάς
ουσιαστικό1. Άνεμος που πνέει από τη διεύθυνση του βορρά προς τον νότο, συχνά ψυχρός και ξηρός, ο οποίος προκαλεί πτώση της θερμοκρασίας.
2. Η βόρεια κατεύθυνση ή το σημείο προέλευσης των ανέμων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βοριάς φυσάει δυνατά και κλείνουμε τα παράθυρα.
- Αύριο θα πιάσει βοριάς, οπότε περιμένουμε πτώση της θερμοκρασίας.
- Στη θάλασσα ο βοριάς σηκώνει μεγάλα κύματα και δυσκολεύει τα σκάφη.
- Χτες ο βοριάς κράτησε όλη μέρα και έφερε ξηρό και κρύο καιρό.