βλήμα

ουσιαστικό

1. Αντικείμενο που εκτοξεύεται ή προωθείται προς έναν στόχο, όπως σφαίρα, βλήμα πυροβόλου ή οβίδα, με σκοπό να πληγώσει, να καταστρέψει ή να προκαλέσει ζημιά.

Συνώνυμα

σφαίρα βόλι βολίδα πυρομαχικό ρουκέτα βέλος οβίδα πύραυλος σκάγιο σφαιρίδιο βόμβα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βλήμα χτύπησε το στόχο χωρίς να εκραγεί.
  • Το βλήμα εκτοξεύτηκε από το πυροβόλο.
  • Έφυγε σαν βλήμα όταν άκουσε την είδηση.
  • Οι τεχνικοί ανέλυσαν την τροχιά του βλήματος.
  • Τα βλήματα βρέθηκαν κοντά στο πεδίο δοκιμών.