βιολογικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τη βιολογία ή με ζώντα οργανισμούς, τις δομές, τις λειτουργίες και τις διεργασίες τους.
2. Που προέρχεται από ή παράγεται μέσω βιολογικών διεργασιών ή από ζώντα οργανισμούς.
Συνώνυμα
γενετικός οργανικός φυσιολογικός σωματικός βιοχημικός κυτταρικός ζωντανός ζωικός φυτικός βιοτεχνολογικός φυσικός οικολογικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βιολογική ποικιλία του δάσους είναι εξαιρετικά σημαντική.
- Αγοράσαμε βιολογικά λαχανικά από το τοπικό παζάρι.
- Μάθαμε ότι ο Γιώργος είναι ο βιολογικός του πατέρας.
- Στο εργοστάσιο υπάρχει βιολογικός καθαρισμός των λυμάτων.
- Οι γιατροί παρακολουθούν βιολογικούς δείκτες της ανάρρωσης.