αυτοκτονία
ουσιαστικόΗ εκούσια πράξη κατά την οποία ένα άτομο τερματίζει τη δική του ζωή.
Συνώνυμα
αυτοχειρία αυτοκαταστροφή αυτοεξόντωση αυτοαφανισμός αυτοπυροβολισμός απαγχονισμός κρεμάσιμο πνιγμός υπερδοσολογία τινάξιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυτοκτονία του Νίκου συγκλόνισε την τοπική κοινωνία.
- Οι αρχές διερευνούν αν πρόκειται για αυτοκτονία ή για εγκληματική ενέργεια.
- Το νοσοκομείο παρέχει υποστήριξη σε ανθρώπους που επιβίωσαν από απόπειρα αυτοκτονίας.
- Η εκστρατεία επικεντρώνεται στην πρόληψη της αυτοκτονίας και στην ψυχολογική υποστήριξη.
- Για κάποιους, η άμεση παραίτηση ήταν επαγγελματική αυτοκτονία.