αργοπορώ
ρήμα1. Καθυστερώ να φτάσω, να ξεκινήσω ή να ολοκληρώσω μια ενέργεια σε σχέση με τον αναμενόμενο, συμφωνημένο ή συνήθη χρόνο.
2. Εκτελώ ή προχωρώ με βραδύτερο ρυθμό από τον απαιτούμενο ή αναμενόμενο, με αποτέλεσμα καθυστέρηση στην πρόοδο ή στην ολοκλήρωση.
Συνώνυμα
καθυστερώ καθυστερούμαι αργώ βραδυπορώ κωλυσιεργώ επιβραδύνω βραδύνω χασομερώ σέρνομαι κολλάω τεμπελιάζω αμελώ βαριέμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συγγνώμη που αργοπορώ, είχα βαρύ μποτιλιάρισμα.
- Συνήθως αργοπορώ να ξεκινήσω τις εργασίες μου και μετά τρέχω να τις προλάβω.
- Νομίζω ότι αργοπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει.
- Κάθε φορά που έχουμε σύσκεψη αργοπορώ γιατί ασχολούμαι με άλλα θέματα.
- Φοβάμαι ότι αργοπορώ με την αποκατάστασή μου μετά το χειρουργείο.