αποκλείεται

ρήμα

1. Δηλώνει ότι σε κάποιον ή κάτι δεν επιτρέπεται η συμμετοχή, η πρόσβαση ή η εφαρμογή μιας ενέργειας, συνήθως λόγω κανόνα, περιορισμού ή απόφασης.

Συνώνυμα

αδύνατο αδιανόητο ανέφικτο απαγορευμένο ανενδεχόμενο όχι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • αποκλείεται να φτάσει εγκαίρως, οι δρόμοι είναι κλειστοί.
  • αποκλείεται! Δεν το έκανα εγώ.
  • Η είσοδος στο κτίριο αποκλείεται χωρίς ταυτότητα.
  • Με τόση βροχή αποκλείεται να γίνει το πικνίκ αύριο.
  • Ο υποψήφιος αποκλείεται από τον διαγωνισμό λόγω πλαστογραφίας.
  • αποκλείεται να δεχτώ τέτοια πρόταση.