απαίσια
επίθετο1. Που είναι εξαιρετικά άσχημο στην εμφάνιση ή την παρουσία, προκαλώντας αίσθηση αποκρουστικότητας.
2. Που χαρακτηρίζεται από έντονα αρνητικά ή απορριπτέα χαρακτηριστικά, καθιστώντας κάτι ανεπιθύμητο ή δυσάρεστο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταινία ήταν απαίσια.
- Ένιωθα απαίσια μετά το ατύχημα.
- Η συμπεριφορά του ήταν απαίσια.
- Τα νέα που άκουσα ήταν απαίσια.
- Το τεστ ήταν απαίσα δύσκολο, δεν μπόρεσα να το τελειώσω.