αξίζω

ρήμα

1. Να θεωρείται ότι κάποιος ή κάτι έχει επάξια δικαίωμα, τιμή ή ανταμοιβή λόγω των προσόντων, των πράξεων ή της αξίας του.

2. Να έχει χρηματική ή άλλη αξία, να αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσό ή βαθμό αξίας.

Συνώνυμα

δικαιούμαι κοστίζω κερδίζω επιβραβεύομαι αποτιμάμαι τιμάμαι αξιώνομαι δικαιώνομαι υπολογίζομαι

Αντώνυμα

απαξιώνομαι υποτιμάμαι αδικούμαι απορρίπτομαι αμφισβητούμαι μηδενίζομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Πιστεύω ότι αξίζω μια δεύτερη ευκαιρία.
  • Αν δουλέψεις σκληρά, αξίζεις την αναγνώριση.
  • Αυτό το βιβλίο αξίζει πολλά χρήματα.
  • Αξίζει τον κόπο να πας στο μουσείο σήμερα.
  • Η ομάδα μας αξίζει τη νίκη μετά από τόσο κόπο.