ανόθευτος
επίθετοΠου δεν έχει αλλοιωθεί, νοθευτεί ή αναμειχθεί με ξένες ουσίες ή στοιχεία.
Συνώνυμα
ανόθευστο ατόφιος αμόλυντος αγνό καθαρό παρθένο ατόφιο γνήσιος ανεπηρέαστο αμόλυντο ακατέργαστο ανεπιτήδευτος
Αντώνυμα
νοθευμένο φτιαγμένος παραποιημένος νοθευμένος στημένος μολυσμένο επιμολυσμένο αλλοιωμένο φθαρμένο πειραγμένο υποκριτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το μέλι αυτό είναι ανόθευτο και προέρχεται από μικρούς μελισσοκόμους.
- Η εταιρεία διαφημίζει ότι παράγει ανόθευτα προϊόντα χωρίς πρόσθετα.
- Κράτησε μια ανόθευτη στάση απέναντι στην αδικία.
- Η αγάπη του για τη μουσική έμεινε ανόθευτη παρά τις δυσκολίες.
- Προτιμώ το λάδι όταν είναι όσο γίνεται πιο ανόθευτο.