αντίο
άλλο1. Λέξη ή επιφώνημα που εκφωνείται κατά την αποχώρηση για να δηλώσει αποχαιρετισμό προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα.
2. Δήλωση ή μήνυμα αποχαιρετισμού που αναφέρεται στην πράξη της απομάκρυνσης ή στον τερματισμό μιας συνομιλίας ή επαφής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είπα αντίο στη φίλη μου πριν φύγει το λεωφορείο.
- Της είπε αντίο μετά τη μεγάλη τους διαφωνία.
- Στην κηδεία είπαν όλοι το τελευταίο αντίο στον παππού.
- Είπε αντίο στο παλιό του αυτοκίνητο και αγόρασε καινούργιο.
- Φώναξε αντίο και έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς άλλες εξηγήσεις.