ανασκαλεύω
ρήμα1. Αφαιρώ χώμα, πέτρες ή άλλα υλικά από το έδαφος με σκάψιμο ή απομάκρυνση στρωμάτων, για να αποκαλύψω, να εξερευνήσω ή να ανασύρω αντικείμενα και κατασκευές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην ανασκαφή, κάθε πρωί ανασκαλεύω προσεκτικά τα στρώματα χώματος για να βρούμε ευρήματα.
- Όταν ψάχνω το παλιό συρτάρι, ανασκαλεύω ξεχασμένα γράμματα και φωτογραφίες.
- Μερικές συζητήσεις με τους δικούς μου με κάνουν να ανασκαλεύω παλιές πληγές.
- Στη δουλειά μου ως δημοσιογράφος, συχνά ανασκαλεύω αρχεία για να ξεσκεπάσω αλήθειες.
- Στον κήπο σήμερα ανασκαλεύω το χώμα για να φυτέψω καινούρια φυτά.