αναμενόμενα

επίρρημα

Με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ή σε ό,τι είχε προβλεφθεί.

Συνώνυμα

προβλεπόμενα προβλέψιμα προβλεπτά φυσιολογικά τυπικά συνηθισμένα λογικά αναπόφευκτα προδιαγεγραμμένα φυσικά αυτονόητα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα αναμενόμενα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την υπόθεση.
  • Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν αναμενόμενα θετικές.
  • Η συνεδρία, αναμενόμενα, καθυστέρησε λόγω τεχνικών προβλημάτων.
  • Δεν συνέβησαν τα αναμενόμενα, οπότε πρέπει να επανεξετάσουμε το σχέδιο.
  • Οι τιμές των μετοχών ανέβηκαν, αναμενόμενα, μετά την ανακοίνωση των κερδών.