αναλογικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που ανταποκρίνεται σε αναλογία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεγεθών, ποσοτήτων ή χαρακτηριστικών, έτσι ώστε οι αναλογίες τους να διατηρούνται.

Συνώνυμα

ανάλογα αναλόγως ισομερώς σχετικά σχετικώς συγκριτικά αντίστοιχα ποσοστιαία ομοίως δίκαια

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι μισθοί αυξήθηκαν αναλογικά με την αύξηση της παραγωγικότητας.
  • Τα έξοδα θα μοιραστούν αναλογικά ανάμεσα στα μέλη της ομάδας.
  • Οι τιμές των αγαθών ανέβηκαν αναλογικά με τον πληθωρισμό.
  • Η ποινή επιβλήθηκε αναλογικά με τη βαρύτητα του αδικήματος.
  • Η απόφαση εφαρμόστηκε αναλογικά σε παρόμοιες περιπτώσεις.