ανέκαθεν
επίρρημα1. Δηλώνει ότι μια κατάσταση ή ιδιότητα υπήρχε σε παλαιότερη χρονική περίοδο και συνεχίζει να ισχύει στο παρόν.
2. Δηλώνει ότι κάτι αποτελεί σταθερό ή διαρκές χαρακτηριστικό ή συνήθεια από την αρχική του εμφάνιση ή εμπλοκή σε ένα πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η Μαρία ήταν ανέκαθεν συνεπής στις υποχρεώσεις της.
- Αυτό το χωριό ανέκαθεν ασχολείται με τη γεωργία.
- Οι επιστήμονες ανέκαθεν αναζητούσαν εξηγήσεις για το φαινόμενο.
- Η ομάδα της πόλης ανέκαθεν είχε ένθερμους υποστηρικτές.
- Αυτή η μουσική ανέκαθεν θεωρείται έκφραση του λαϊκού πνεύματος.
- Οι πολιτικοί ανέκαθεν υπόσχονται αλλαγές πριν από εκλογές.