αμερικάνικος
επίθετο1. Που σχετίζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τους κατοίκους, τους θεσμούς, την πολιτική, την ιστορία ή τον πολιτισμό τους.
2. Που προέρχεται από ή συνδέεται με την αμερικανική ήπειρο (Βόρεια ή Νότια Αμερική), τους λαούς ή τα προϊόντα της.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ευρωπαϊκός ελληνικός ασιατικός αυστραλιανός αντιαμερικανικός αφρικανικός εγχώριος τοπικός ντόπιος λατινοαμερικανικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αμερικάνικος πρόεδρος μίλησε χθες για τη διεθνή συνεργασία.
- Ο αμερικάνικος κινηματογράφος έχει μεγάλη επιρροή σε παγκόσμιο επίπεδο.
- Ο αμερικάνικος καφές σερβίρεται συχνά με λίγο νερό περισσέματος.
- Ο αμερικάνικος τρόπος ζωής επηρεάζει τα πρότυπα μόδας και διατροφής.
- Ο αμερικάνικος στρατός πραγματοποίησε κοινές ασκήσεις με τους συμμάχους.