ακρόπολη
ουσιαστικόΥψωμα ή τμήμα ενός λόφου ή βράχου, συχνά οχυρωμένο, όπου συγκεντρώνονταν και βρίσκονταν τα κυριότερα δημόσια, διοικητικά και θρησκευτικά κτίρια μιας αρχαίας πόλης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακρόπολη της Αθήνας είναι σύμβολο της αρχαιότητας.
- Περπατήσαμε πάνω στην ακρόπολη και θαυμάσαμε τον Παρθενώνα.
- Κάθε μικρή πόλη είχε κάποτε μια ακρόπολη στην κορυφή του λόφου.
- Οι ακροπόλεις της αρχαίας Ελλάδας λειτουργούσαν ως οχυρά και θρησκευτικά κέντρα.
- Η βιβλιοθήκη θεωρείται ακρόπολη της γνώσης στην πόλη.