αθέατος
επίθετο1. Που δεν γίνεται ορατός ή δεν μπορεί να παρατηρηθεί με τα μάτια λόγω απόστασης, θέσης, φωτισμού ή εμποδίων.
2. Που παραμένει εκτός οπτικού πεδίου ή δεν εμφανίζεται σε συγκεκριμένη στιγμή ή τόπο, με αποτέλεσμα να μην είναι αντιληπτός.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αθέατος παρατηρητής ακολουθούσε προσεκτικά τη συζήτηση.
- Πίσω από τις κάμερες δούλευαν πολλοί αθέατοι άνθρωποι για να στηθεί η εκδήλωση.
- Ένα αθέατο πρόβλημα στο σύστημα προκάλεσε μεγάλη καθυστέρηση.
- Η πόλη έχει και μια αθέατη πλευρά που δεν φαίνεται στους επισκέπτες.
- Το μήνυμα έφτασε στον αθέατο παραλήπτη του.