αγελάδα

ουσιαστικό

Θηλυκό ενήλικο βοοειδές (Bos taurus) που εκτρέφεται ως κατοικίδιο ή παραγωγικό ζώο για την παραγωγή γάλακτος και κρέατος και, παραδοσιακά, για γεωργική εργασία.

Συνώνυμα

αγελάδι βόδι βοοειδές αγελαδίτσα αγελαδούλα μοσχάρι ταύρος βουβάλι ζώο

Αντώνυμα

μόσχος άρνι κατσίκα άλογο χοίρος σκύλος γάιδαρος κοτόπουλο κατσίκι

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αγελάδα βόσκει στο λιβάδι κάθε πρωί.
  • Η αγελάδα δίνει γάλα που χρησιμοποιούμε για να φτιάξουμε τυρί.
  • Ο κτηνοτρόφος εξέτασε την αγελάδα για τυχόν ασθένειες.
  • Στο παραμύθι, η αγελάδα έγινε φίλη του μικρού αγρότη.
  • Η αγελάδα προοριζόταν για κρέας στην παλιά φάρμα.