άθλια

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε πολύ κακή, ελλιπή ή υποβαθμισμένη κατάσταση ως προς την ποιότητα, την εμφάνιση ή τις συνθήκες.

2. Που εκφράζει ή αποπνέει έντονη δυστυχία, ταλαιπωρία ή απελπισία όταν αφορά ανθρώπους ή ζωντανά όντα.

Συνώνυμα

ελεεινή αξιοθρήνητη απαίσια χάλια άσχημα μίζερη φρικτή τραγική βρώμικη αηδιαστική ντροπιαστική απαράδεκτη κακά φρικτά φτωχή κακή καταστροφική πενιχρή άσχημη

Αντώνυμα

εξαιρετική υπέροχη άριστη άψογη εξαίσια αξιοπρεπής θαυμάσια περίφημα έξοχα υπέροχα καλή περιποιημένη φροντισμένη λαμπρή αξιόλογη ευπαρουσίαστη όμορφα καλά σεβαστή ικανοποιητική

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ταινία ήταν άθλια.
  • Η συμπεριφορά του ήταν άθλια.
  • Αισθάνομαι άθλια σήμερα.
  • Ζούσε μια άθλια ζωή στην επαρχία.
  • Τι άθλια μέρα!