άδικα

επίρρημα

1. Με τρόπο που στερείται δικαιοσύνης ή δίκαιης αιτίας, οδηγώντας σε αδικαιολόγητη βλάβη ή δυσμενή μεταχείριση.

2. Χωρίς αποτέλεσμα ή χωρίς βάσιμο λόγο, όταν μια ενέργεια ή προσδοκία δεν επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

αδίκως αδικαιολόγητα αβασίμως εσφαλμένα λανθασμένα λάθος αβάσιμα κακώς άσκοπα μάταια άτοπα παράλογα τζάμπα

Αντώνυμα

δικαίως δίκαια δικαιολογημένα ορθά σωστά εύλογα θεμιτά νόμιμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αθλητής αποκλείστηκε άδικα από τον τελικό.
  • Μας απέλυσαν άδικα χωρίς προειδοποίηση.
  • Προσπάθησα άδικα να του εξηγήσω, δεν με άκουγε.
  • Κατηγορήθηκε άδικα, αλλά τελικά αθωώθηκε.
  • Τον επαινούν άδικα, ενώ δεν έχει κάνει κάτι τόσο σημαντικό.