πάνωθεν
επίρρημα1. Σε θέση ανώτερη σε σχέση με κάτι άλλο, δηλώνοντας ότι βρίσκεται σε ανώτερο σημείο ή τμήμα του.
2. Με προέλευση, παρέμβαση ή δράση που προέρχεται από ανώτερο επίπεδο ή αρχή, συχνά με μεταφορική χρήση για εξουσία, αρμοδιότητα ή αξιολόγηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αεροπλάνο πέρασε πάνωθεν της πόλης.
- Το φως έπεφτε πάνωθεν του τραπεζιού και σκίαζε τα χαρτιά.
- Η εντολή δόθηκε πάνωθεν και κανείς δεν τόλμησε να την αμφισβητήσει.
- Η απόφαση προήλθε πάνωθεν της διοίκησης και εφαρμόστηκε άμεσα.
- Τους είδα πάνωθεν του λόφου καθώς πλησίαζαν στο χωριό.