πάνω

επίρρημα

1. Σε θέση υψηλότερη σε σχέση με κάτι άλλο, πάνω στην επιφάνεια ή πάνω από αυτήν.

2. Επάνω σε επαφή ή τοποθέτηση πάνω σε κάποιο αντικείμενο ή επιφάνεια.

Συνώνυμα

επάνω απάνω άνω επί πάνω-πάνω παραπάνω επάνωθεν άνωθεν απάνωθεν πάνωθεν επάνω-επάνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βιβλίο είναι πάνω στο τραπέζι.
  • Έβαλε το πιάτο πάνω στο ράφι.
  • Το ποσοστό αυξήθηκε πάνω από 10%.
  • Η συνάντηση αρχίζει πάνω στις οκτώ.
  • Μας χρωστάει χρήματα και, πάνω σε αυτό, δεν απαντάει στα τηλέφωνα.