όμορφα
επίρρημα1. Με τρόπο που προκαλεί αισθητική ευχαρίστηση ή εκτίμηση, κυρίως λόγω αρμονίας, αναλογιών, χρωμάτων ή γενικής όψης.
2. Με τρόπο ευχάριστο ή πρόσχαρο στην συμπεριφορά, τον λόγο ή την παρουσίαση, προκαλώντας θετική εντύπωση.
Συνώνυμα
ωραία υπέροχα πανέμορφα κομψά κομψώς ευχάριστα ωραιότατα γοητευτικά εκθαμβωτικά καλλίμορφα ελκυστικά καλά γλυκά λαμπρά εξαιρετικά γλυκύτατα μούρλια καλώς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τραγουδάει όμορφα.
- Έφτιαξε το τραπέζι όμορφα για το δείπνο.
- Τα όμορφα λουλούδια γέμισαν το δωμάτιο με άρωμα.
- Η φωτογραφία βγήκε όμορφα.
- Τώρα όλα είναι όμορφα.