ψητός
επίθετο1. Που έχει υποβληθεί σε μαγείρεμα με ξηρή θερμότητα, όπως ψήσιμο στη σχάρα, στο φούρνο ή στο τηγάνι, με αποτέλεσμα την ρόδιση της επιφάνειας και το μαγείρεμα του εσωτερικού.
Συνώνυμα
ψημένος εψημένος φουρνιστός σουβλιστός σουβλισμένος καλοψημένος γυριστός καπνισμένος ροδισμένος ροδιστός καβουρντισμένος καβουρδισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ψητός χοιρινός ήταν ζουμερός και αρωματικός.
- Η ψητή τσιπούρα σερβιρίστηκε με φρέσκο λεμόνι.
- Το ψητό κοτόπουλο βγήκε τραγανό απ' έξω και μαλακό μέσα.
- Τα ψητά λαχανικά συνοδεύουν τέλεια την μπριζόλα.
- Με αυτές τις αποδείξεις, ο ύποπτος είναι πια ψητός.