χριστουγεννιάτικος
επίθετο1. Που σχετίζεται με τα Χριστούγεννα, την εορτή, τον εορτασμό ή την περίοδο γύρω από αυτά.
2. Που προορίζεται για χρήση, παρουσία ή λειτουργία κατά την περίοδο των Χριστουγέννων (π.χ. δώρο, στολισμός, τραγούδι).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σαλόνι λάμπει από τα στολίδια.
- Η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στην πόλη ήταν μαγική.
- Πήγαμε στην χριστουγεννιάτικη αγορά για ζεστό κρασί και δώρα.
- Η γιαγιά έφτιαξε χριστουγεννιάτικα μπισκότα με κανέλα και γαρνιτούρες.
- Ακούγαμε χριστουγεννιάτικες μελωδίες καθώς στόλιζαν το σπίτι.