χοιρινό
ουσιαστικόΚρέας που προέρχεται από τον χοίρο και προορίζεται για κατανάλωση, αποτελούμενο κυρίως από μυϊκό ιστό και λίπος και παρασκευαζόμενο με διάφορους τρόπους μαγειρέματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χοιρινό ψήθηκε στη σχάρα και μοσχοβολάει.
- Παραγγείλαμε χοιρινό με πατάτες στον φούρνο.
- Το χοιρινό φιλέτο ήταν τρυφερό και ζουμερό.
- Στο κυνήγι, το κρέας ήταν από αγριογούρουνο, όχι χοιρινό.
- Ο κρεοπώλης μου είπε ότι το χοιρινό πρέπει να αποθηκεύεται στο ψυγείο.