χαρτονομίσματα
ουσιαστικόΧαρτοπολύ μικρού ονομαστικού ποσού, εκδοθέν από το κράτος ή την αρμόδια αρχή, που χρησιμοποιείται ως μέσο πληρωμής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα από το πορτοφόλι του και πλήρωσε τον λογαριασμό.
- Στο συρτάρι κρατάει πάντα λίγα χαρτονομίσματα για ώρα ανάγκης.
- Ο ταμίας μέτρησε προσεκτικά τα χαρτονομίσματα πριν κλείσει το ταμείο.
- Έπεσαν στο πάτωμα κάποια χαρτονομίσματα όταν άνοιξε βιαστικά την τσάντα.
- Μου έδωσε δύο χαρτονομίσματα των είκοσι ευρώ και ένα κέρμα.
- Σήμερα κυκλοφορούν κυρίως ηλεκτρονικές πληρωμές, αλλά τα χαρτονομίσματα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.