φλέβα
ουσιαστικό1. Αιμοφόρος σωλήνας του κυκλοφορικού συστήματος που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά.
2. Εντοπισμένη λωρίδα ορυκτού ή μετάλλου μέσα σε πετρώματα, με διακριτή σύσταση και μορφή που επιτρέπει την αναγνώριση ή την εξόρυξη του κοιτάσματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αρτηρία αρτηριούλα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φλέβα στο χέρι μου φούσκωσε αφού σήκωσα βάρη.
- Ο νοσηλευτής βρήκε εύκολα την φλέβα για την ένεση.
- Στο βάθος του ορυχείου φάνηκε μια πλούσια φλέβα χρυσού.
- Η μουσική ήταν η φλέβα που κρατούσε ζωντανό το χωριό εκείνα τα χρόνια.
- Οι φλέβες του λαιμού της φούσκωσαν όταν προσπάθησε να σηκώσει το βαρύ κιβώτιο.